ΜΑΡΙΑ ΓΑΒΑΛΑ

Έρως – πόλεμος – για το «Je t’aime moi non plus» (1976) του Σερζ Γκένσμπουργκ

Μια από τις πλέον όμορφες ερωτικές ταινίες του Γαλλικού κινηματογράφου. Μια άκρως σκληρή, όσο και αισθησιακή, όσο και αισθαντική ερωτική ιστορία, όπου ο έρωτας αναδύεται μέσα από τον σωματικό πόνο, τη βία και την οδύνη, αλλά και το αντίστροφο. Εκεί όπου οι σεξουαλικές ταυτότητες (αρσενικό-θηλυκό, ακόμη οξύτερα απ’ ό,τι θα το έθετε επί τάπητος το κοφτερό μάτι του Γκοντάρ) συγχέονται απολύτως, και όπου το ερώτημα του Ζενέ (τι πιο καταστροφικό από τον έρωτα;) μένει μετέωρο, απειλητικό αλλά και παιγνιώδες. Μια ώριμη κινηματογραφική ματιά (που δυστυχώς δεν είχε καμιά ισότιμη συνέχεια), τόσο στον τομέα των σημασιών, λεπταίσθητων και αινιγματικών (ακριβώς όπως κι ο ίδιος ο τίτλος), όσο και στα εικαστικά χαρίσματα του τρόπου κατασκευής της ταινίας (ένα θαυμάσια κινηματογραφημένο «ανώνυμο τοπίο», στη μέση του πουθενά, «συνώνυμο» της αθλιότητας των σκουπιδότοπων, των κακόφημων μπαρ, και των καρόδρομων που οδηγούν στο πλέον θολό άγνωστο). Μια ταινία που χρωστά πολλά στην μαγευτική, ανδρόγυνη, παρουσία των δύο πρωταγωνιστών της, της Τζέιν Μπίρκιν και του Τζόε Νταλεζάντρο, χωρίς να υποτιμούμε και τις άλλες φιγούρες: τις περισσότερο γήινες, ή και τις σχεδόν φασματικές εμφανίσεις των Hugues Quester (ο παραμερισμένος και χολωμένος εραστής), Reinhard Kolldehoff (το απεχθέστατο αφεντικό) και Ζεράρ Ντεπαρντιέ (ο αέρινος, ομοφυλόφιλος καβαλάρης). Στους απόηχους, πάντα, και της πασίγνωστης μελωδίας, η επιτυχία της οποίας επικράτησε, σε αναγνωρισιμότητα, της πραγματικής αξίας της ταινίας.