ΜΑΡΙΑ ΓΑΒΑΛΑ

Η επιθυμία για συμφιλίωση και αγάπη – για την ταινία «Καλά Χριστούγεννα Κύριε Λόρενς» (1983) του Ναγκίσα Όσιμα

Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό «Σύγχρονος Κινηματογράφος», αρ. τεύχους 36, Καλοκαίρι 1984. Το κείμενο έχει υποστεί τροποποιήσεις και γλωσσική επιμέλεια.

 

Στη Μεγάλη Χίμαιρα (La Grande Illusion, 1937) του Ζαν Ρενουάρ, που κατά μεγάλο μέρος εκτυλίσσεται σε στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου (1914-1918) υπάρχουν δύο αντικείμενα για να σημαδέψουν και να θωρακίσουν δύο εχθρούς, που συμβαίνει παράλληλα να είναι ευγενείς και στρατιωτικοί καριέρας. Ένα αλαζονικό μονόκλ για το μάτι του Γάλλου De Boeldieu (Πιερ Φρεναί) κι ένας σιδερένιος κορσές για τη σπονδυλική στήλη του Γερμανού Von Rauffenstein (Έριχ φον Στροχάιμ). Τούτα τα αντικείμενα, διακριτικά υπεροψίας και αδιαλλαξίας, μοιάζουν σαν απαραίτητα εξαρτήματα της αδυνατότητας μιας σχέσης, εμπόδια που παρεμβάλλονται σε μια παράξενη έλξη μεταξύ εχθρών, η οποία άλλωστε θα τερματιστεί οριστικά με τον θάνατο του Γάλλου στα χέρια του Γερμανού.

Στο Καλά Χριστούγεννα κύριε Λώρενς (Merry Christmas Mr. Lawrence, 1983) του Όσιμα, ο πόλεμος είναι ο δεύτερος παγκόσμιος και το στρατόπεδο αιχμαλώτων βρίσκεται κάπου στην Ιάβα. Ο ταγματάρχης Τζακ Σέλλιερς (Ντέηβιντ Μπάουι), στο άκαμπτο σχήμα των ώμων του υπολοχαγού Γιονόι (Ρουίσι Σακαμότο), όπως επίσης στην άτεγκτη επισημότητα και στο πολεμοχαρές της αμφίεσης ενός σαμουράι, δεν έχει να αντιτάξει παρά την εκτυφλωτική του «ξανθότητα» κι εκείνο το παράξενο σμίξιμο και τρίξιμο δοντιών παγιδευμένου ζώου. Οι δύο άντρες θα συναντηθούν σ’ ένα στρατόπεδο του οποίου τα διακριτικά είναι η ντροπή, οι ενοχές, οι απαγορεύσεις, οι υπερβάσεις και φυσικά οι τελετές. Οι δεσμοφύλακες Ιάπωνες συνεχίζουν να αφιερώνουν το σώμα και το πνεύμα τους στον υπέρτατο έρωτα προς τον αυτοκράτορα θεό. Οι αιχμάλωτοι Εγγλέζοι προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα στα κουρέλια και στον εξευτελισμό τους, στη μνήμη αυτού που μπορεί ακόμα να ονομάζεται αφοσίωση προς τον βασιλικό θρόνο της Αγγλίας.

Αυτή άλλωστε είναι μια από τις ομοιότητες, μέσα στο πλήθος των ανομοιοτήτων, που υπάρχουν στις δύο εχθρικές παρατάξεις. Η αφήγηση της ταινίας (μιας κατεξοχήν ταινίας ζευγαριών ή ντουέτων, ανάλογα με το τι προτιμάει κανείς) όμως δεν ξεκινά, ούτε με το ζευγάρι Σέλλιερς-Γιονόι ούτε με το δεύτερο σε σπουδαιότητα ζευγάρι που φτιάχνουν ο συνταγματάρχης Λώρενς (Τομ Κόντι) και ο λοχίας Χάρα (Τακέσι Κιτάνο). Αρχίζει, πολύ εντυπωσιακά, με έναν Κορεάτη (απ’ τη μεριά της παράταξης των Ιαπώνων) κι έναν Ολλανδό (απ’ τη μεριά της παράταξης των Άγγλων) και μια πράξη ομοφυλοφιλικού σοδομισμού. Την πράξη δεν τη βλέπουμε. Παρακολουθούμε μόνο την κατηγορία και την επιβολή της τιμωρίας στον Κορεάτη στρατιώτη, που είναι να κάνει χαρακίρι. Στο στρατόπεδο, κάθε έρωτας, κυρίως σαρκικός, είναι καταδικασμένος. Κάθε ερωτική απόπειρα τιμωρητέα. Επιλέγοντας έναν Κορεάτη κι έναν Ολλανδό, δηλαδή δύο εκπροσώπους εθνοτήτων, διαφορετικών από τις δύο κυρίαρχες (Ιάπωνες-Άγγλοι) που πρωταγωνιστούν στην αφήγηση, ο Όσιμα ετοιμάζει την πρώτη σκηνή τελετής. Ιάπωνες και Άγγλοι παρακολουθούν, ως βουβοί θεατές, την τελετή της τιμωρίας για την υπέρβαση του απαγορευμένου, τελετή στην οποία πρωταγωνιστούν δύο αλλοεθνείς τους. “Στην ταινία μου «Τελετή» (1971), κάθε σχέση φυσικού έρωτα ήταν απαγορευμένη ανάμεσα στους πρωταγωνιστές επειδή οι δεσμοί τους ήταν πολύ στενοί. Στο «Καλά Χριστούγεννα…» είναι αδύνατη για άλλους λόγους. Πρόκειται για εχθρούς. Οπωσδήποτε όμως είναι πάνω κάτω το ίδιο μοτίβο και στα δύο φιλμ: αυτή η έλξη ενδυναμώνεται λόγω του απαγορευμένου”. (Συνέντευξη του Όσιμα στα “Cahiers du Cinéma” 348-349). Κορεάτης και Ολλανδός θα πεθάνουν, ο πρώτος με χαρακίρι, ο δεύτερος κόβοντας και καταπίνοντας τη γλώσσα του. Στο μεσαιωνικό κάστρο της “Μεγάλης Χίμαιρας”, ο θάνατος έπαιρνε ήπια κι ευγενική μορφή, στο “Καλά Χριστούγεννα…” είναι άγριος κι ανατριχιαστικός, έχει σχέση με τον σαδισμό και την παραφροσύνη, η ταινία όμως του Όσιμα ξεχειλίζει από γλυκύτητα και ευαισθησία. Μετά απ’ όλη αυτή τη ντροπή, κανείς δεν θα περίμενε να διασωθεί τόση τρυφερότητα και αισιοδοξία.

Στο στρατόπεδο της Ιάβα, η ενοχή και η ντροπή επιμερίζονται στις δύο παρατάξεις, στις δύο ομάδες. Οι αιχμάλωτοι, ως σώματα που τρώνε ξύλο, που υπομένουν βασανιστήρια και κάθε είδους εξευτελισμό, είναι ταπεινωμένοι εκ προοιμίου. Οι δεσμοφύλακες, ως «ομάδα καταστολής» (με σαδιστικές τάσεις) που ανήκει σε ένα παράφρον μιλιταριστικό στρατόπεδο, δεν έχουν και πολλούς λόγους για να νιώθουν περήφανοι. Το στρατόπεδο της Ιάβα είναι μικρογραφία της παρανοϊκής αυτοκρατορικής-μιλιταριστικής γιαπωνέζικης λογικής. «Άνθρωποι που δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα ως άτομα και έτσι τρελάθηκαν ομαδικά» λέει ο Λώρενς που είναι γνώστης της ιαπωνικής γλώσσας, παλιός ζηλωτής του ιαπωνικού πολιτισμού και συνδετικός κρίκος ανάμεσα στις δύο παρατάξεις, στους δύο λαούς. Στρατιώτες φυλακισμένοι (και αιχμάλωτοι) μέσα στις ιδέες και στις τελετές τους. Αυτήν ακριβώς τη ντροπή της τρέλας κουβαλούν τα μελαμψά ασιατικά κορμιά που τρέχουν αφηνιασμένα απ‘ άκρη σ’ άκρη του στρατοπέδου. Αλλά δεν είναι μόνο αυτοί που ντρέπονται. Ντρέπεται και ο όμορφος ασιάτης πολεμιστής Γιονόι για την ένοχη ερωτική έλξη του προς τον αιχμάλωτο Σέλλιερς. Ντρέπεται και ο όμορφος ευρωπαίος αιχμάλωτος Σέλλιερς (ωραίος ως μυθικός ήρωας ή θεός: ας τον θυμηθούμε στη σκηνή της εικονικής εκτέλεσής του, όταν περιμένει τον θάνατο, θυμίζοντας τον Εσταυρωμένο), για τη στάση του απέναντι στον μικρό του αδελφό. Άλλωστε, μήπως κι ο Σέλλιερς δεν είναι ένα αφηνιασμένο κορμί που σπρώχθηκε στον πόλεμο εξαιτίας των οικογενειακών εκκρεμοτήτων και ενοχών του; Τέλος, και το ουσιαστικότερο, ο ίδιος ο Όσιμα νιώθει ένοχος, επειδή είναι Ιάπωνας, ένας άντρας που ξεκίνησε να ζει τη νιότη του ακριβώς την ημέρα που ο αυτοκράτορας ανάγγειλε, από το ραδιόφωνο, την ήττα και την ταπείνωση της Ιαπωνίας (Νάγκιζα Όσιμα: “Γραπτά, 1956-1978”). Αυτή λοιπόν η ταινία είναι ένα ξεκαθάρισμα παλιών λογαριασμών. Ιάπωνας σκηνοθέτης αναλαμβάνει να μιλήσει για την ταπείνωση του έθνους του με πολύ σκληρό, αδυσώπητο, τρόπο, με μια γεύση θανάτου στο στόμα. Μέχρι τώρα, στον κινηματογράφο, γνωρίζαμε κυρίως τις πληγές της Χιροσίμα ή του Ναγκασάκι, λιγότερο τις ιαπωνικές ενοχές. Πολύ περισσότερο που αυτές οι ενοχές αναδύονται μέσα από μια ταινία ερωτική (αλλά απαγορευμένου έρωτα), μια ταινία τελετών, ανέφικτων ή αποτυχημένων.

Το ντουέτο Σέλλιερς-Γιονόι το αποτελούν δύο πρόσωπα μυστηριώδη και ανεξερεύνητα, γοητευτικά μέχρι τους τελευταίους σπασμούς τους. Ο Ιάπωνας γοητεύεται από τον Σέλλιερς με την πρώτη ματιά που του ρίχνει. Στην πρώτη και μοναδική επαφή (στιγμή του ασπασμού) καταρρέει εξαιτίας του κλονισμού του, ταυτοχρόνως με την εικόνα η οποία διασπάται σπασμωδικά. Απομένει το ξανθό κεφάλι του Άγγλου, πάνω στο χώμα, και τα δόντια του που εξακολουθούν να ανθίστανται τρίζοντας προκλητικά. Ο Γιονόι , τη νύχτα, πλησιάζει το κεφάλι λες και πλησιάζει βωμό, κρατώντας κάτι κοφτερό. Υποψιαζόμαστε μια καινούρια αιματηρή τελετή, αυτός όμως αρκείται στο κόψιμο μιας τούφας ξανθών μαλλιών. Όχι αίμα αλλά ένα χρυσαφένιο φετίχ. Κατόπιν, μια άσπρη νυχτοπεταλούδα ερωτοτροπεί με το κεφάλι του δυτικού ήρωα που αργοπεθαίνει, η οποία θα μπορούσε να είναι και ο απελευθερωμένος πόθος του Γιονόι, λυτρωμένος απ’ όλες τις απαγορεύσεις, ενοχές και τελετές, από κάθε ντροπή, σε μια υπερβατική μεταμφίεση.

Ακραία και γοητευτική σκηνή, με την πνοή του Σέλλιερς να σώνεται μες στη γαλάζια νύχτα, ενώ η πεταλούδα-ψυχή κάθεται πάνω στο κεφάλι του, συμβολίζοντας την κάθαρση. Τα δύο πρόσωπα αυτού του παράξενου ντουέτου δεν θα μπορούσαν να βρουν ιδανικότερους ερμηνευτές από τον δυτικό ροκ σταρ Ντέηβιντ Μπάουι και τον ανατολικό «ομόλογό» του Ρουίσι Σακαμότο. Είναι δυο αντίπαλες δυνάμεις ομορφιάς σε έναν παράξενο ερωτικό καλπασμό μονομάχων και στο σημείο, όπου συναντιούνται, πέφτουν απ’ τα άλογα ηττημένοι και οι δύο, ενώ η ταινία του Όσιμα αποκτά την πιο δυνατή ομορφιά της. Τα δύο αστέρια της μουσικής κουβαλούν μια ολόκληρη μυθολογία. Είναι απρόσιτοι, είναι φετίχ αλλά κυρίως ταμπού, και δεν πλησιάζουν ο ένας τον άλλο, ούτε ως Σέλλιερς/Γιονόι, ούτε ως Μπάουι/Σακαμότο. Ένα μάθημα στρατηγικής από τη μεριά του Όσιμα.

Θέλω να τελειώσω τούτο το κείμενο για την ταινία του Όσιμα, γράφοντας δύο λόγια για το φλας μπακ στο παρελθόν του Σέλλιερς. Αληθινά «τερατώδης» αναδρομή, και όχι μόνο διότι υπάρχει ένα διαβολικό καμουφλάζ αυτού που λέει στην πραγματικότητα ο δημιουργός, πίσω από λουλούδια και μια ουράνια φωνή που τραγουδά. Η εκτροπή απ’ τη ζοφερή ατμόσφαιρα του στρατοπέδου προς μια άλλη ατμόσφαιρα, απατηλά ειδυλλιακή και διαφορετική από την πρώτη, μας αποκαλύπτει μια αγγλική κοινωνία (το εκκλησίασμα από τη μια, οι οικότροφοι του κολεγίου απ’ την άλλη) που είναι πιστό αντίγραφο του γιαπωνέζικου στρατοπέδου της Ιάβα. Οι έγκλειστοι κολεγιόπαιδες, που συνωστίζονται για να πάρουν μέρος στο καψώνι μύησης του καμπούρη μικρού αδελφού του Σέλλιερς, είναι τέρατα σαδισμού όσο και οι Ιάπωνες δεσμοφύλακες. Η τελετή της μύησης είναι εξίσου αποκρουστική και τερατώδης με τα αναχρονιστικά εθιμοτυπικά των Ιαπώνων. Ο Όσιμα ο οποίος αποτιμά, με τούτο τον άγριο και χωρίς καμιά αυτολογοκρισία τρόπο, τη συμπεριφορά των συμπατριωτών του στο στρατόπεδο της Ιάβα και κατ’ επέκταση στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, με το συγκεκριμένο φλας-μπακ αποτολμά να συσχετίσει τους δύο πολιτισμούς και να κρίνει τους Άγγλους αιχμαλώτους (τους οποίους στην υπόλοιπη ταινία εκτιμά και συχνά θαυμάζει) με την ίδια οξύτητα και αμεροληψία με την οποία έκρινε και τους ομοεθνείς του. Το φιλμ καταφέρνει να μη είναι ολωσδιόλου αντι-ιαπωνικό (για την ακρίβεια είναι ένα φιλμ καλοπροαίρετα αντι-ιαπωνικό) εκ παραλλήλου όμως δεν γίνεται και άνευ όρων αγγλόφιλο. Να το χαρακτηρίσουμε ως μια αποτίμηση των ιστορικών πραγμάτων με όση περισσότερη αντικειμενικότητα γίνεται; Η μήπως να υποστηρίξουμε πως ο Όσιμα είναι ένας απολαυστικός, αν και τραχύς, παραμυθάς που ανέλαβε να αφηγηθεί μερικές ιστορίες αλλόκοτης διδυμίας (μεταξύ εχθρών), με μια διάθεση απόδοσης δικαιοσύνης, με μια τάση ακριβούς μοιρασιάς του δίκιου και του άδικου, και σε τελευταία ανάλυση με έναν ασίγαστο πόθο για συμφιλίωση και αγάπη, ειδικά στην τελευταία σκηνή της ευχετήριας διάθεσης μεταξύ Λώρενς και Χάρα. Άλλωστε, κάτι το τερατώδες, συγχρόνως όμως και παραμυθένιο βασανίζει και τη μνήμη του Σέλλιερς, που επιμένει να βλέπει τον αδελφό του ως ένα ον ακινητοποιημένο και παγωμένο, εντελώς φασματικό, μέσα στον χρόνο. Αυτός ο αναλλοίωτος και χωρίς καμιά ηλικιακή εξέλιξη μικρός έχει αγγελικό πρόσωπο, ουράνια φωνή αλλά και μια καμπούρα στην πλάτη. Άρα η παραδείσια εικόνα του είναι ατελής. Τα παραπάνω όμως χαρακτηριστικά συγγενεύουν με εκείνα του Σέλλιερς που είναι εξίσου όμορφος, εξίσου ξανθός και επιπλέον τολμηρός και γενναίος. Ένας στρατιώτης που κι αυτός κουβαλάει κάτι στην πλάτη. Τις ενοχές του. Η σωματική τερατομορφία του μικρού και η τερατώδης πλευρά του Σέλλιερς (πιστού και ακλόνητου μπροστά στο αγγλικό εθιμοτυπικό των κολεγίων και ασυγκίνητου στις εκκλήσεις του μικρού, που κάνει απεγνωσμένες προσπάθειες ώστε να μην αποκαλυφθεί η δυσμορφία του) συναντιούνται στη σκηνή της μύησης στην σκληρή πραγματικότητα του κολεγίου, της εφηβείας και της ζωής. Ο μικρός αδελφός παθαίνει σοκ και χάνει τη φωνή του. Δεν πρόκειται να ξανατραγουδήσει ποτέ. Ο Σέλλιερς, ηθικός αυτουργός τούτου του ευνουχισμού, θα ζητήσει τη λύτρωση στην κόλαση του πολέμου. Κι ο ροκ σταρ Μπάουι θα κρατήσει βεβαίως την ξανθιά του σκηνική ακτινοβολία, στην ταινία όμως του Όσιμα δεν θα τραγουδήσει ποτέ ή για την ακρίβεια θα τραγουδήσει πολύ λίγο, βραχνά και φάλτσα.