Μαρία Γαβαλά

Από τα ακροδάχτυλα του Θεού στο στόμα του λύκου – για την ταινία “Harvest” της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγκάρη (2024).

Η Ιστορία μας έχει διδάξει ότι, ακόμα κι αν κάποιοι είναι μικρός αριθμός από κοπάδια με πρόβατα, που τα έχει προστατέψει το χάδι των ακροδαχτύλων του Θεού, στο τέλος θα γίνουν μεζεδάκι στα δόντια του λύκου, ενώ το γνώριμό μας παραμύθι υπενθυμίζει: όσο γλυκούληδες κι αν είναι οι λύκοι, στην πραγματικότητα είναι αχόρταγοι και για τούτο, ακριβώς, οι πλέον επικίνδυνοι. Η ταινία της Τσαγγάρη είναι ένα κινηματογραφικό έργο που δεν ξεμπερδεύεις εύκολα μαζί του αν δεν το δεις πολύ προσεκτικά και, φυσικά ή δυστυχώς, αν δεν έχεις τη δυνατότητα να το δεις περισσότερες από μία φορές (κάτι που ισχύει, επίσης, και για την τελευταία ταινία του Πολ Τόμας Άντερσον).
Μας λέει το απολύτως αξιόπιστο «Σεμινάριο με τον Νίκο Σαββάτη», σε σχετική του ανάρτηση στο FB, διευκολύνοντάς με στο δικό μου κείμενο, ως διασαφηνιστικό προλόγισμα: «Μια μικρή, αχρονική και ουτοπική, σχεδόν παγανιστική, αγροτική κοινότητα της Σκωτίας, που μπορεί να μην υπήρξε ποτέ ούτε καν στο φαντασιακό του Ιερώνυμου Μπος ή του Μπρύγκελ, αποσυναρμολογείται βίαια στη μοιραία μετάβασή της από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Εξαφανίζεται, μάλλον, στη διάρκεια ενός ταραγμένου επταήμερου, τόσο από την πραγματικότητα, όσο και από τη συνείδηση και τις παραισθήσεις του “απόμακρου παρατηρητή από τα μέσα της”, Γουόλτερ, που ναι μεν δεν έχει γεννηθεί εκεί, αλλά έχει ακολουθήσει τον φίλο του και γαιοκτήμονα Τσαρλς και λειτουργεί ως σύνδεσμος ανάμεσα σ΄ αυτόν και τους κολίγες του».
Αυτό ακριβώς το πρόσωπο, ο Walter Thirsk, είναι ο θεμέλιος λίθος και ο θεμελιώδης πυλώνας του όλου κινηματογραφικού εγχειρήματος της Τσαγγάρη. Τι είδος κινηματογραφικού χαρακτήρα είναι, λοιπόν, ο Γουόλτερ; Ένας μεσαιωνικός άνθρωπος (αν βασιστούμε χαλαρά στο ασαφές χρονικό πλαίσιο που τον περιβάλλει), ένας αποστολικός εκπρόσωπος ενός άχρονου κόσμου μες στον οποίο κινείται, ένας ζηλωτής (με τη σημασία του υπερασπιστή των φτωχών και αδυνάμων, όντας κι ο ίδιος φτωχός αλλά όχι και τόσο αδύναμος), ένας φιλόσοφος (με την έννοια ότι παρατηρεί τη φύση και τη συμπεριφορά των ανθρώπων αναλύοντας, έστω εντελώς παρορμητικά, τα όσα συμβαίνουν γύρω του), ένας πρωτόγονος φυσιοδίφης (για τούτο ακριβώς και «τακιμιάζει» με τον εξίσου πρωτόγονο και ιδιότυπο χαρτογράφο των λόφων και των καλλιεργήσιμων χωραφιών, Phillip “Quill” Earle), ένας φιλότιμος και συνεπής εργάτης της γης, συγχρόνως κι αλαφροΐσκιωτος προφήτης όχι και τόσο ευοίωνων μελλοντικών εξελίξεων; Το ερώτημα μένει ανοικτό απ’ τη στιγμή που ο ίδιος είναι όλα αυτά, κι άλλα ακόμη επιπλέον… Όσο για μένα, δεν βλέπω συχνά σε ταινίες τόσο σύνθετους, πολυμορφικούς χαρακτήρες, χωρίς να αποπροσανατολίζομαι (πρώτο επίτευγμα της Τσαγγάρη). Το σίγουρο είναι το εξής: ο Γουόλτερ, όπως ομολογεί στον χαρτογράφο Earle, είναι ένας έπηλυς, ένας περαστικός, ένας επισκέπτης του τόπου, ο οποίος «έμεινε εδώ» όντας ερωτευμένος με τον τόπο και προσκολλημένος στην αγάπη του για τη νεκρή γυναίκα του (κάτι ζωντανό σε συνδυασμό με κάτι πεθαμένο, μια πολύσημη δυαδικότητα), τη θαμμένη κάτω απ’ την αψίδα από πέτρες που υπάρχει λίγο πάρα πέρα απ’ τον οικισμό των αγροτών, παρέα με την αφεντικίνα της, τη γυναίκα του φεουδάρχη. Γι’ αυτό ακριβώς έπαψε να είναι ξένος, αλλοδαπός (τον ελκύει ο θάνατος επειδή ακριβώς περικλείεται μέσα στον κύκλο του έρωτα, είναι φίλος με το αφεντικό του επειδή τους συνδέει η παιδική τους ηλικία αλλά και η παρόμοια τραγική κατάληξη του έρωτα για τις γυναίκες τους, ενώ η απόσταση ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, ξεπερασμένη από την αθωότητα της παιδικής ηλικίας, τώρα έχει σμικρυνθεί κι άλλο εξαιτίας μιας αμοιβαιότητας – λόγω θανάτου). Και για να επικυρώσει το δικό του «πού ακριβώς ανήκει», ο Γουόλτερ στο τέλος της ταινίας, χτυπά το κεφάλι του στην πέτρα, εκεί ακριβώς που οι ακτήμονες χωρικοί, οι κολίγοι του φεουδάρχη, υποχρεώνουν τα παιδιά τους να χτυπούν τα κεφάλια τους για να γνωρίζουν σε ποιο μέρος της γης ανήκουν – κάτι που αποδεικνύεται άγραφος νόμος χωρίς καμιά ουσιαστική αξία και κανένα αντίκρισμα. Μόνο που ενώ οι ακτήμονες καλλιεργητές, μετά τη διάλυση του οικισμού, μαζεύουν τα μπογαλάκια τους και ρίχνουν μαύρη πέτρα πίσω τους για να πάνε στην πόλη, όπου θα εισχωρήσουν στις λυκοφωλιές και στις υπόγειες στοές της εκβιομηχάνισης, ο Γουόλτερ θα πάρει μεν των ομματιών του, αφού τίποτα ζωντανό δεν έμεινε πίσω του εκτός από καμένα ερείπια, πλην όμως με προορισμό ένα Αλλού-κρυπτογράφημα (σαν τους χάρτες που εκπονεί με τις μπογιές του ο Αφρικανός χαρτογράφος), σκοτεινό, αινιγματικό, έναν προορισμό που στοχεύει έναν «Ου τόπο», ενώ η πορεία στιγματίζεται από αμφίσημες προοπτικές: είτε να αφανιστεί ο ίδιος αρνούμενος κάθε υλικό και ηθικό συμβιβασμό, είτε να μείνει πιστός στον αέρα που του αρέσει να αναπνέει, στα άδυτα των αδύτων όπου αναπαύεται το πνεύμα της γυναίκας που ερωτεύτηκε, όπως και στα χώματα της γης την οποία αγάπησε ως δεύτερη γυναίκα του. Έτσι μου αρέσει να τον σκέφτομαι και όχι σαν ένα παραλυμένο ανθρώπινο ον.
Κι εδώ ακριβώς οφείλω να παραθέσω τους λόγους για τους οποίους πιστεύω ότι η Τσαγγάρη έχει φτιάξει μια σημαντική ταινία η οποία δεν μου θύμισε ακριβώς γουέστερν, νιχιλιστικό ή μεταμοντέρνο ή μεταφυσικό, όπως πήρε το μάτι μου να γράφεται δεξιά-αριστερά. Τέρενς Μάλικ μου θύμισε αμυδρά και το «Days of Haeven» ή έστω και κάτι από Μόντε Χέλμαν, με ανάλογες ανταύγειες ως προς τις κρυπτικές του ιδιότητες. Τα ξέχασα όλα αυτά και επικεντρώθηκα στην ίδια την ταινία. Στις αρετές της να σημειώσουμε την εντυπωσιακή εικαστικότητα της εικόνας, το πλούσιο και καλά δουλεμένο σενάριο, τη σκηνοθεσία που στηρίζεται σε γόνιμες και επεξεργασμένες λεπτομέρειες, όπως για παράδειγμα: αναφέρω τους ρυθμούς του παγανιστικού ξεφαντώματος την ημέρα του θερισμού, όταν ο αφέντης Τσαρλς ανακοινώνει στην κοινότητα ότι κάτι πρόκειται να αλλάξει στη δομή της. Βλέπε ακόμη τη χθόνια φιγούρα της Μιστρέσσα Μπέλνταμ και την άγρια, ζωώδη κουρά της (με την ίδια ψαλίδα της κουράς των προβάτων, μια πράξη με έντονα θεολογική όσο και παγανιστική σημασία) ή τις απεικονίσεις της φωτιάς (ακόμα και τις φλόγες των κεριών του Γουόλτερ που συνοδεύουν τα μυστικιστικά προσκυνήματά του σε ένα ου τόπο, όπου αναπαύεται ο χαμένος έρωτάς του) η οποία κατατρώει τα πάντα σε αντίστιξη με το νερό που ρουφά, με ευεργετικό αποτέλεσμα ή εκστατικά, το γυμνό ανθρώπινο σώμα, ή τέλος τη συνάφεια και την εξοικείωση του ανθρώπινου σώματος με έντομα ή γαστερόποδα –μαμούνια, πεταλούδες, μέλισσες, σαλιγκάρια κ.ο.κ. Εκείνο όμως που εντυπωσιάζει, πέρα για πέρα, και είναι εκείνο ακριβώς που κάνει τον θεατή, είτε να έλκεται είτε να αποξενώνεται απ’ όσα παρακολουθεί στην οθόνη, είναι η κρυπτικότητα, αυτή καθαυτή, του όλου εγχειρήματος. Δεν εννοώ μυστικισμό (αν και δεν λείπει εντελώς όπως προαναφέραμε), αλλά αινιγματικότητα περισσότερο. Υπάρχει ένας διάχυτος υπαινικτικός τόνος στο εσωτερικό της εικόνας, των χρωμάτων και των ήχων. Κάτι που ταυτίζεται με τον εσωτερικό μονόλογο του Γουόλτερ, μονόλογο ο οποίος όμως δεν διαφωτίζει πολλά σκοτεινά σημεία της προσωπικής ιστορίας του. Γνωρίζει ποια είναι τα πραγματικά του συναισθήματα ή αποτελεί έναν συσκοτισμένο νου, που δεν έχει ιδέα για το ποια είναι η κατάσταση της χηρείας, τόσο εκείνου όσο και της τωρινής ερωμένης του; Το να μη κοινοποιεί, πολύ περισσότερο να εκθέτει η δημιουργός όλα τα μυστικά μονοπάτια του αφηγήματός της ή του modus operandi της αφήγησής της, το κρίνω ως μεγάλη ωφέλεια για ένα έργο τέχνης, ανεβάζει την ίδια την αυτοπεποίθησή του, απ’ τη στιγμή που υποδεικνύει στον θεατή να χαλαρώσει στο κάθισμά του και να δώσει την προσωπική του εκδοχή, πλάι σε εκείνην που βλέπουν επί της οθόνης οι άλλοι. Η καλλιτέχνις σέβεται τα μυστικά της και δεν τα επιδεικνύει, κάνει υπαινιγμούς, κρατάει πρόσωπα στο σκοτάδι: ποιος είναι αυτός ο μοχθηρός χαλαστής που σπέρνει το κακό στον άλλοτε γαλήνιο τόπο τους; η οργή του Θεού ή η άρρωστη χολή κάποιων ανθρώπων; γιατί ο Γουόλτερ, ενώ σκέφτεται σωστά, δεν τολμά να εκστομίσει αυτά που σκέφτεται; γιατί η απολύτως φυσιολογική ερωτική σχέση του με την Κίτυ, αποτελεί για εκείνον κάτι ανεξήγητο, κάτι για το οποίο δεν έχει ιδέα, όπως ομολογεί ο ίδιος μέσω του εσωτερικού μονολόγου του. Δεν είναι αδύναμος άνθρωπος, αντιθέτως, τον βρίσκω πολύ γενναίο. Γιατί, όμως, αφού γνωρίζει τους δράστες του εμπρησμού δεν τολμά να τους φανερώσει αλλά αφήνει τους αθώους ξενόφερτους να καταδικαστούν αυθαιρέτως στο μαρτύριο του κύφωνα; Αφού κάθε άλλο παρά δειλός είναι, γιατί κρατά συνεχώς το στόμα του κλειστό; Το παραδέχεται άλλωστε κι ο ίδιος. Κι αυτό ακριβώς με ικανοποιεί πολύ διότι μπορώ να φανταστώ ό,τι θέλω για τον Γουόλτερ. Ο Γουόλτερ γίνεται και δικό μου, φιλικό ή συγγενικό μου πρόσωπο μες στο φαντασιακό μου. Ακόμα και τον Γιοχάνες στον «Λόγο» του Ντράγερ μπορώ να φανταστώ στη θέση του Γουόλτερ. Αυτή την ελευθερία μου κάνουν δώρο οι συντελεστές της ταινίας. Ποια είναι στην πραγματικότητα η Μιστρέσα Μπέλνταμ; Μια ξενόφερτη, κάτι το εξωτικό; Μια μάγισσα που θέλει να εκδικηθεί τους αγρότες, κάνοντάς τους κακό, ας πούμε σκοτώνοντας το αγαπημένο άλογο του αφέντη, επειδή οι αγρότες τιμώρησαν αδίκως τον εγκλωβισμένο στον κύφωνα εραστή της ή κυρίως μια όμορφη, αισθησιακή γυναίκα, με χρώμα επιδερμίδας διαφορετικό απ’ των άλλων γυναικών της κοινότητας (και δεν θα συνεχίσω αναφερόμενη σε ετερότητες, το θεωρώ αυτονόητο). Για ποιο λόγο (παγανιστικό ή φετιχιστικό ή και τα δύο) οι χωρικοί μαζεύουν τα κομμένα μαλλιά της Μιστρέσα Μπέλνταμ; Πώς συσχετίζονται τα κουρεμένα μαλλιά της γυναίκας με το κουρεμένο μαλλί των προβάτων, ποια η χρησιμότητα ή ο ειδωλολατρικός ας πούμε συμβολισμός αυτού του προικιού, ζώων και ανθρώπων; Γιατί ο mayor Charles Kent, ο αφέντης, είναι τόσο άτολμος και νωθρός στο να πάρει αποφάσεις, παρότι καλός κι ευγενικός απέναντι στους κολίγους του; «Με την πρόθυμη συγκατάθεσή σας» τονίζει μιλώντας στους εργάτες του, οι οποίοι είναι καχύποπτοι ακόμα και απέναντι σε όποιον δεν έχει χώμα του τόπου στα νύχια του. Κι αυτό που θα ακολουθήσει, φυσικά και το γνωρίζει ο Τσαρλς. Είναι τα βοσκοτόπια και όχι πλέον τα άροτρα. Άρα περικοπές στο εργατικό δυναμικό.Την στιγμή που τους μιλά, με πάθος, για ριζικές αλλαγές στον τρόπο ζωής τους, γνωρίζει ή απλώς δεν παραδέχεται ότι έτσι τους σκάβει τον λάκκο τους. Δεν δείχνει να ακολουθεί ή (πώς μπορεί να γνωρίζει;) το μαρξιστικό δόγμα «βαρόνος και δουλοπάροικος- ελεύθερος και δούλος- καταπιεστής και καταπιεζόμενος», ωστόσο υποκύπτει στις απαιτήσεις του «κεφαλαιοκράτη» βαρόνου εξαδέλφου του και θα βάλει, θέλοντας και μη, χαλινάρι στις ζωές των δουλευτών του, με την ίδια διάθεση όπως πριν από λίγες ημέρες, όταν επέτρεψε να καταδικαστούν στο μαρτύριο του κύφωνα, χωρίς προηγούμενη δίκη, με την κατηγορία του εμπρησμού, οι ξένοι επισκέπτες που ουδεμία σχέση είχαν με τον εμπρησμό. Τέλος, γιατί ο Γουόλτερ μπήγει τα δόντια του στον φλοιό του δέντρου, αφού γνωρίζει ότι ούτε να τον μασήσει και να τον καταπιεί μπορεί, ούτε καν να μάθει τα στοιχειώδη μυστικά του βασιλείου της φύσης με αυτόν τον τρόπο. Η γεύση, η όσφρηση κι η ακοή σταματούν να γίνονται αρωγοί της ανθρώπινης γνώσης. Μόνο τα μάτια μένουν ανοικτά αλλά κι αυτά θολωμένα απ’ τους καπνούς της καταστροφής που προκάλεσαν οι άνθρωποι στα ίδια τους τα αγαθά. Homo homini lupus.«Μας ισοπέδωσες με τις οριοθετήσεις σου», θα πει ο Γουόλτερ στον χαρτογράφο, «θα μπορούσες αντί να τραβάς γραμμές, να βάλεις σειρές από κοπάδια με πρόβατα». Οι άνθρωποι είναι όντα προικισμένα με ισχυρό φορτίο επιθετικότητας, όσο και άγνοιας (πως να γνωρίζει ένας αγαθός χαρτογράφος ότι το να οριοθετείς στο χαρτί, σημαίνει να ισοπεδώνεις τον κόσμο;) Με αποτέλεσμα, ο αδύναμος διπλανός τους, πολύ συχνά τους βάζει σε πειρασμό να ικανοποιήσουν την επιθετικότητά τους πάνω του (να σκοτώσουμε ένα άλογο για να ξεπλύνουμε, με αίμα, το αίμα από πληγές που προκλήθηκαν λόγω πνευματικής και συναισθηματικής συσκότισης μερικών μεθυσμένων), να εκμεταλλευθούν το εργασιακό του δυναμικό χωρίς αποζημίωση, να τον χρησιμοποιήσουν σεξουαλικά χωρίς τη συγκατάθεσή του, να πάρουν τα αγαθά του, να τον εξευτελίσουν, να του προκαλέσουν πόνο, να τον βασανίσουν και να τον σκοτώσουν. Τάδε έφη μάστερ Φρόιντ. Ή μήπως ο πολιτισμός είναι πηγή δυστυχίας, νέτα σκέτα, κι όλα τα άλλα είναι περιττολογίες; Ο κινηματογράφος φυσικά, από μεριάς του, επιτρέπει στους δικούς του δουλευτές, οι γόνιμες ημέρες θερισμού να μη μείνουν στη μνήμη μόνο σαν ένα όνειρο μιας καλοκαιρινής νύχτας, στην άκρη μιας καταπράσινης Εδέμ, χωρίς κανένα άλλο συνοδευτικό όνομα και μη δηλωμένης, πουθενά. Κι αυτή άλλωστε είναι η ξεχωριστή δύναμη, και η αξία του.

Η κλεψιά ως καλλιτεχνική πράξη ή Όταν ηχούν τα όπλα, η τέχνη πεθαίνει – για την ταινία “The Mastermind”

Η κλεψιά ως καλλιτεχνική πράξη ή Όταν ηχούν τα όπλα, η τέχνη πεθαίνει – για την ταινία “The Mastermind”

Η μοναχοκόρη ή οι σωστές συντεταγμένες – για το “One battle after another”

Η μοναχοκόρη ή οι σωστές συντεταγμένες – για το “One battle after another”

Συναισθηματική απαξίωση. Για την ταινία «Συναισθηματική αξία».

Συναισθηματική απαξίωση. Για την ταινία «Συναισθηματική αξία».

Το Φάντασμα της Ελευθερίας – σχόλιο για την ταινία «San Michele aveva un gallo»

Το Φάντασμα της Ελευθερίας – σχόλιο για την ταινία «San Michele aveva un gallo»

«Η ταξιδιώτισσα» (A traveler’s needs), 2024, του Χονγκ Σανγκ-σου

«Η ταξιδιώτισσα» (A traveler’s needs), 2024, του Χονγκ Σανγκ-σου

Για την ταινία «La Bête» («Το Θηρίο»)

Για την ταινία «La Bête» («Το Θηρίο»)

Σχόλιο για την ταινία «Unrueh» («Ωρολογιακός μηχανισμός»)

Σχόλιο για την ταινία «Unrueh» («Ωρολογιακός μηχανισμός»)

A still from the film "Dahomey" (2024) by Mati Diop
Για την ταινία «Dahomey»

Για την ταινία «Dahomey»

Όλα τα κείμενα για τον κινηματογράφο