ΜΑΡΙΑ ΓΑΒΑΛΑ

«Η νύφη του Γκλόμνταλ» (1925) του Carl Dreyer: μια ταινία για την ανθρώπινη στενοκεφαλιά και μισαλλοδοξία

Ήσσονος σημασίας μέσα στη φιλμογραφία του Dreyer, τούτη η «νορβηγική» ταινία, γυρισμένη το 1925, καίτοι παραμερισμένη –κατηγορηματικά – τόσο από την κριτική όσο και από τον ίδιο τον δημιουργό της, παρουσιάζει αρκετές αρετές, στην εσωτερική της διάρθρωση αλλά και στον τρόπο με τον οποίο ξεδιπλώνονται οι αισθητικές κατευθύνσεις της, έτσι ώστε να μας κάνει να σταματάμε μπροστά της με γνήσιο ενδιαφέρον, να θέλουμε να την «εξερευνήσουμε» –αυτήν καθαυτήν –, αλλά και να επιχειρήσουμε την τοποθέτησή της (όσο γίνεται ακριβοδίκαια) μέσα στο ντραγιερικό σύμπαν.

Ταινία πολύ λεπτού χιούμορ (μέσα από ανάλαφρες κι απρόσμενες πινελιές), έντονου λυρισμού, διακριτικής κοινωνικής κριτικής, γλυκιάς και φωτεινής νοσταλγίας, ξεκινά με την ανέμελη και χαλαρή απεικόνιση της ζωής στη φύση, για να περάσει σταδιακά σε πιο γρήγορους και σφιχτούς ρυθμούς, μέχρι την τελική κορύφωση –την όντως απρόβλεπτη εξέλιξη των γεγονότων.
Αυτή η απλή και καθαρή ερωτική ιστορία με τη λιτή αφήγηση είναι τοποθετημένη σ’ ένα γαλήνιο αγροτικό πλαίσιο: λόφοι, μια κοιλάδα, καλλιεργημένες εκτάσεις, ξέφωτα, ξύλινα αγροτόσπιτα και, κυρίως, ένας μικρός ποταμός: γαλήνιος και φιλικός αρχικά, επίφοβος στη συνέχεια, γεμάτος δίνες και παγίδες τελικά. Είναι το εμπόδιο που παρεμβάλλει η φύση ανάμεσα στους δύο ερωτευμένους. Αυτό το δύσκολο πέρασμα, δύστροπο όπως η ανθρώπινη στενοκεφαλιά κι αδιαλλαξία, στο τέλος θα ξεπεραστεί, αφού ο επιδέξιος περατάρης Τόρε θα κατορθώσει να δαμάσει τα ρεύματα του ποταμού.
Η αφήγηση ξεκινά απ’ την παράθεση μικρών συμβάντων μιας ταπεινής καθημερινότητας, και λίγο λίγο συναντά τα αγαπημένα θέματα του Dreyer: τη νεότητα, τον έρωτα, την αγάπη γενικότερα, τη μισαλλοδοξία, την αντιπαράθεση της φωτεινής και της σκοτεινής σκέψης (βλ. τη σύγκρουση των δύο πατεράδων ή τη διαφορετική ιδιοσυγκρασία των δύο γαμπρών)· τέλος, τη θριαμβευτική αποκατάσταση της δικαιοσύνης και της αλήθειας του έρωτα. Όλη η ουσία αυτής της πλούσιας προβληματικής πηγάζει απ’ την ψυχή των ηρώων και βγαίνει στην επιφάνεια με ζωηρές εκφράσεις των προσώπων και με χειρονομίες γρήγορες κι επαναλαμβανόμενες. Για παράδειγμα, οι απεριόριστες χειραψίες: άλλοτε πρόσχαρες κι άλλοτε εύγλωττοι φορείς μιας μεγάλης ανησυχίας. Οι κινήσεις των ανθρώπων φτιάχνουν εντυπωσιακούς χορούς και, ακόμα κι όταν περικλείουν κάτι δυσάρεστο, δανείζονται την αρμονία και τη χάρη του κυκλικού χορού των αγροτών, που ανάμεσα σε σύννεφα καπνού γιορτάζουν το τέλος της ημέρας. Κυκλοτερής είναι και η σχέση των προσώπων, αφού υπάρχει ένα εσωτερικό ανθεκτικό νήμα που τους κρατά δεμένους, σε διαρκή συνοχή. Οι συνεχείς αντιπαραθέσεις και οι εντάσεις δεν χάνουν ποτέ τη δύναμή τους, καθώς η δράση συνεχώς δραπετεύει στην ανοιχτή φύση, και το μάτι του θεατή παρασύρεται απ’ το πολύ θελκτικό τοπίο, αλλά κι απ’ όλα εκείνα που το συνοδεύουν ή το ταράσσουν: τις περιελίξεις του καπνού, ένα άλογο που καλπάζει ορμητικά, δύο βάρκες που πλέουν ακυβέρνητες στο ρεύμα του ποταμού. Η δροσιά και η νοσταλγική ποίηση των σουηδών σκηνοθετών (π.χ. του Stiller) είναι στοιχεία που ο Dreyer εκτιμά πολύ, αλλά και τα αντιπαρέρχεται γρήγορα, με την ιδιαιτερότητα της προσωπικής του οπτικής.
Κυρίαρχος είναι ο κλειστός, βόρειος κόσμος της μικρής αγροτικής κοινωνίας, με τις προκαταλήψεις, τη συναισθηματική και ιδεολογική ακαμψία, τα συνηθισμένα ανθρώπινα μικροπροβλήματα, ο οποίος οδηγεί συνεχώς στο ανοιχτό, και διακριτικά ανησυχητικό, τοπίο της φυσιολατρικά φιλμαρισμένης σκανδιναβικής εξοχής. Η ομορφιά της φύσης κρούει σιγανά τον κώδωνα του κινδύνου, ενώ οι ρωγμές αυτής της ανησυχίας γίνονται μικρά περάσματα που επιτρέπουν τη διείσδυση στον κόσμο της σκέψης, στον κόσμο της λογικής, και τη διερεύνηση των πτυχών της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Κι όχι μόνο τα θεματικά, αλλά και τα μορφικά μοτίβα του Dreyer, οι στυλιστικές συνισταμένες, επαναλαμβάνονται με όλη τη δύναμη των έμμονων ιδεών του: η αντιπαράθεση γαλήνιων και ταραγμένων εικόνων, οι αντιθέσεις δυσάρεστου και ευχάριστου, σκοτεινού και φωτεινού, οι άσπρες πινελιές που είναι διάσπαρτες στα σκούρα χρώματα του σκηνικού, η παρεμβολή της μιας σκηνής μέσα στην άλλη, οι εξαιρετικά υπολογισμένες κινήσεις της κάμερας καθώς παρακολουθεί την εξωτερική δράση, αλλά και τις αντανακλάσεις της εσωτερικής ζωής των ηρώων στον ορατό κόσμο – όλα τα στοιχεία, δηλαδή, τα οποία θα βρούμε πολύ επεξεργασμένα και τελειοποιημένα στις επόμενες ταινίες, αυτές της ωριμότητάς του.

Το ιδιότυπο και το παράξενο του ντραγιερικού κόσμου ξεπροβάλλει πάντα απρόσμενα, με χιουμοριστικές ή παιχνιδιάρικες πινελιές: για παράδειγμα, οι φτυαριές χώμα που πετάει ο Τόρε στη φούστα της Μπέριτ (και θυμίζουν πεταχτά φιλιά, αν και κάπως απειλητικά, είναι αλήθεια), ή τα πόδια της Μπέριτ που χοροπηδούν ως ένδειξη απείθειας και διαμαρτυρίας απέναντι στην πατρική αδιαλλαξία ή, τέλος, το άλογο του γιατρού που αρνείται να πιει νερό με ένα παράδοξο πείσμα, ανάλογο με εκείνο των ανθρώπων.
Και τα αντικείμενα, όμως, έχουν τη δύναμη να μεταφέρουν πολλαπλές – και συχνά αντικρουόμενες μεταξύ τους – σημασίες, όπως και να καθορίζουν τη δράση. Το τσεκούρι, στα μεν χέρια του πατέρα της Μπέριτ σημαίνει παραίτηση και διάθεση συμφιλίωσης όταν πετιέται στην άκρη, ενώ στα χέρια του αντίζηλου του Τόρε γίνεται εργαλείο δολιοφθοράς. Και στις δύο περιπτώσεις, ο παραμερισμός ή η αχρήστευσή του σημαίνει την παράκαμψη των εμποδίων στην ένωση του Τόρε και της Μπέριτ. Επίσης, το μπαούλο της κοπέλας, που πάει κι έρχεται, αναφέρεται στους κλυδωνισμούς της πατρικής συμπεριφοράς: τη μια διώχνει, την άλλη ξαναδέχεται το παιδί του. Τέλος, τα άσπρα φλιτζάνια στα οποία οι γονείς του Τόρε πίνουν καφέ, μετά την περιπέτεια του γιου τους, είναι ενδεικτικά της ανακούφισής τους κι επισφραγίζουν την πορεία προς τη χαρά, προς το αίσιο τέλος.
Ο τραυματισμός της Μπέριτ αλλά, κυρίως, ο κίνδυνος που διέτρεξε ο Τόρε στο νερό, είναι ένα λουτρό οδύνης μα και απελευθέρωσης. Οι δύο νέοι, μέσα απ’ τον λυτρωτικό πόνο, θα βρουν τον δρόμο της αγάπης. Και θα κερδίσουν επαξίως τη θέση τους στη μεγάλη οικογένεια των ντραγιερικών ηρώων, διότι είναι άνθρωποι που πάσχουν, άνθρωποι που δοκίμασαν τα μεγάλα μεγέθη της απόγνωσης και του φόβου. Η έμφυτη ροπή τους προς την αρμονία, τη συμφιλίωση με τη ζωή, η παντοδύναμη νεότητά τους, θα τους βοηθήσουν εντέλει να ανακαλύψουν, μέσα από τις Συμπληγάδες, την κοιλάδα της χαράς.

Πρώτη δημοσίευση στο Carl Dreyer, Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, 2001, με την ευκαιρία της πλήρους αναδρομής στο έργο του Carl Theodor Dreyer. Επιλογή κειμένων, σύνταξη, επιμέλεια: Μπάμπης Ακτσόγλου, Μιχάλης Δημόπουλος. Επιμέλεια κειμένων: Αχιλλέας Κυριακίδης.