ΜΑΡΙΑ ΓΑΒΑΛΑ

Για τη «Μικρή μαμά» (Petite Maman, 2021) της Σελίν Σιαμά (Céline Sciamma)

Πώς να πεις αντίο; Αλλά και με ποιο τρόπο να μιλήσεις, με κινηματογραφικούς όρους, για το ζήτημα του παιδικού «σωσία», σε συνδυασμό με τους σκοτεινούς κι αδιερεύνητους, όσο και ελκυστικούς για έναν καλλιτέχνη, κόσμους των πόνων της παιδικής ηλικίας και του αινιγματικού, απέραντου, κεφαλαίου της μητρότητας (σύμφωνα πάντα με τις δυνατότητες και την ανθεκτικότητα ενός μικρού παιδιού); Ταινία εξαναγκασμένης και αναγκαίας επιστροφής στους φωτεινούς τόπους της παιδικότητας – μπροστά στο αδιέξοδο του ερέβους του αποχωρισμού, της αποστέρησης, της απουσίας, της θλίψης –, στο καταφύγιο μιας αλώβητης (αβλαβούς) φύσης και στη σιγουριά και την προστατευτικότητα ενός πατρικού σπιτιού, έστω κι αν αυτό το απάγκιο θα εγκαταλειφθεί σύντομα από τους ενοίκους του. Η σκηνοθέτις Σελίν Σιαμά, με την ταινία της «Μικρή μαμά», 2021, κατέφυγε στη συνδρομή της διδυμίας (και της μονοζυγωτικότητας) δύο μικρών κοριτσιών, δύο «εικόνων» ομοίων με δυο σταγόνες νερού, για να μιλήσει για όλα αυτά τα πολύ λεπτά κι ευαίσθητα ζητήματα, ολοκληρώνοντας μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία, ομοίως, πάνω στον «καιρό της παρηγοριάς», καταπώς θα ισχυριζόταν ο Michaël Fœssel στο βιβλίο του (εκδόσεις Πόλις). Στιγμή δεν θα δούμε τα «αναχώματα των δακρύων» να λεκιάζουν τα γλυκύτατα πρόσωπα των δύο μικρών πρωταγωνιστριών της (των διδύμων Joséphine Sanz και Gabrielle Sanz), μόνο κάποιες φευγαλέες σκιές θλίψης και στοχασμού, που γρήγορα θα σκορπιστούν, ενώ τη θέση τους θα πάρει η χαρά και το καμάρι της εξερεύνησης, του παιχνιδιού, του παραμυθιού, της κατάκτησης ενός καινούργιου παρθένου κόσμου, της σκανταλιάς και της επινοημένης αναζήτησης και προσέγγισης ενός alter ego, στα όρια του φανταστικού. Μέχρις ότου, η μικρή Νελί, αναπόφευκτα θα εγκαταλείψει το δημιούργημά της, «τη συνομήλική της φιλενάδα Μαριόν» (το υποκατάστατο της φυγάδος μητέρας της), όπως και την ρευστή παιδική φιγούρα της ίδιας της μητέρας της, η οποία στην πραγματικότητα ονομάζεται Μαριόν, ακριβώς στο σημείο εκείνο όπου αχνοφέγγει η ανατολή μιας εγκατάλειψης του κόσμου της παιδικότητας και της παραμυθένιας, χωρίς καμιά ηλικία, φαντασίωσης. Από δω και πέρα ξανοίγονται, ενδεχομένως (διότι ποιος μπορεί να μιλήσει με σιγουριά για ανάλογα ζητήματα –πέρα από τις προσπάθειες της ψυχανάλυσης), τα μονοπάτια που οδηγούν στην αρχή της ενηλικίωσης ή του τέλους των παιδικών ψευδαισθήσεων.