Μαρία Γαβαλά

Η μοναχοκόρη ή οι σωστές συντεταγμένες –για την ταινία “One battle after another” του Πολ Τόμας Άντερσον (2025)

Προκειμένου να μην υπερτιμήσω ή να αδικήσω τη συγκεκριμένη ταινία, για την οποία πιστεύω ότι εύκολα κανείς μπορεί να πέσει στην παγίδα της θετικής ή αρνητικής πρώτης εντύπωσης, θα προχωρήσω «μπουσουλώντας», δηλαδή βλέποντας την ταινία και γράφοντας για την ταινία. Θρίλερ δράσης και συγχρόνως μαύρη κωμωδία, μου λέει η Βικιπαιδεία που τα ξέρει όλα. Μέσα σ’ όλα, αναφέρεται και το όνομα του Πίντσον (δεν είμαι ειδική για να γνωμοδοτήσω). Τώρα, αν πω ότι η ταινία εμένα μου θυμίζει Χίτσκοκ, και ειδικά το «Τοπάζ», εκεί όπου ο ένας ήρωας κοροϊδεύει τον άλλον, τον εξαπατά μες στα μούτρα του ή πίσω από την πλάτη του, τον αφοπλίζει εξευτελιστικά και τον πετά εκτός αρένας σαν σακί με σάπιο αλεύρι, όπου η συγχορδία καταδιώξεων, οι συνωμοσίες και οι μυστικές πολιτικές «αδελφότητες», όπου οι ομαδικές εξεγέρσεις και η πολιτική συναίσθηση γειτνιάζουν με σωματικά ή ψυχικά βασανιστήρια ανθρώπων, και όπου τίποτα, μα τίποτα απολύτως, δεν είναι αυτό που φαίνεται εξαρχής, σε μια πρώτη παρουσίαση των γεγονότων και των κινήσεων των εμπλεκομένων στη δράση – χώρια ο κατάμαυρος και δηλητηριώδης σαρκασμός και στις δύο ταινίες – , θα έχω άδικο; Όπως και να ΄χει, ο ισχυρισμός πως η ταινία του Άντερσον είναι ένας «εξευτελισμός των κλισέ», κινηματογραφικών ή μη, είναι άστοχος κατά τη γνώμη μου, διότι ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης μοιάζει ξεκάθαρα να νοιάζεται, και για τις αμερικάνικες πληγές γενικώς, και για τα, με ανεπανόρθωτο αποτέλεσμα, πληγωμένα μέχρι θανάτου αυθεντικά στερεότυπα του αμερικανικού κινηματογράφου.
Στην ταινία του Άντερσον, η Αμερική σείεται από τις ΗΠΑ έως το Μεξικό, μέσω καταιγιστικής όντως κινηματογραφικής δράσης, όπου η άμεση κινητοποίηση αφορά και τα ανώτερα κλιμάκια του κόσμου της πολιτικής, αλλά κυρίως του στρατού. Και μια απ’ τις παντιέρες που ανεμίζουν λυσσασμένα στο κενό είναι εκείνη που εκπροσωπεί τη φυλετική κάθαρση («για να σώσεις τον πλανήτη, ξεκίνα από το μεταναστευτικό» λέει ένας από τους κυνηγούς κεφαλών μεταναστών). Έξαλλοι ακροαριστεροί ακτιβιστές, ανισόρροποι στρατιωτικοί διοικητές, διεφθαρμένοι κυβερνήτες, συνωμοτικές ρατσιστικές υποχθόνιες οργανώσεις, ένοπλες ληστείες, εντελώς ξεχαρβαλωμένοι στα όρια της αποχαύνωσης ναρκομανείς, δάσκαλοι του καράτε, ακτιβίστριες μεταμφιεσμένες σε καλόγριες (από τα πλέον σουρεαλιστικά επεισόδια της ταινίας), οργανώσεις ρατσιστών Τυχοδιωκτών των Χριστουγένων, που αποδύονται σε κυνήγι ξετρυπώματος λευκών σεξουαλικών αντρικών οργάνων τα οποία μπουρδουκλώθηκαν με μαύρα αντίστοιχα γυναικεία σεξουαλικά όργανα (από τα πλέον παρανοϊκά επεισόδια της ταινίας), μεταναστευτικές κινητοποιήσεις και αντιμεταναστευτικές ενέργειες, κ.ο.κ. Η ταινία είναι ολοκληρωμένη στις ΗΠΑ, την εποχή της δεύτερης τραμπικής θητείας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πάσχουν από γενικευμένη παράκρουση – σύμφωνοι είναι όλοι όσοι διαθέτουν ακόμη λιγάκι μυαλό. Ο καλλιτέχνης όμως πρέπει να ανακαλύψει τον κυρίως εγκέφαλο της όλης παράκρουσης για να πυροδοτήσει την ιστορία της ταινίας του (και άλλο είναι η πραγματικότητα, και άλλο ο μύθος μιας κινηματογραφικής πραγματικότητας, ο οποίος έρχεται να σχολιάσει την άλλη πραγματικότητα, τη μη κινηματογραφική).
Αρχή όλων των δεινών είναι μια όμορφη μαύρη γυναίκα που δηλώνει ότι αποστολή της είναι να «κηρύττει πόλεμο», η επαναστατική βία δηλαδή, μια μεταμοντέρνα Βαλκυρία (η οποία ρίχνει στο ψαχνό, ως πολεμίστρια ενός ανώτερου σκοπού) με έντονο ερωτισμό και ροπή, γενικώς, στο αντάρτικο, η οποία παρόρμηση, απ’ όσα βλέπουμε επί της οθόνης, είναι το φιτίλι που πυροδοτεί την καταστροφική γυναικεία μανία του «όλα να τα κάνουμε λίμπα επειδή για όλα φταίει το σύστημα». Γνωστό το τροπάριο, το ακούμε και στα μέρη μας. Το αίνιγμα όμως είναι ορατό εξαρχής: τι ακριβώς μπορεί να χωρέσει η μήτρα αυτής της γυναίκας, ώστε να μην ακυρωθεί ο σκοπός της εκδίκησης; Το αγαθό, ή το απόλυτο κακό; Όπως και δεν γίνεται εξαρχής κατανοητό, για ποιο λόγο η αρχιαντάρτισσα Περφίντια Μπέβερλι Χιλς (ή Μπέβερλι Χιλμπίλις, σύμφωνα με το σύνθημα) διεγείρεται κι εκρήγνυται σαν ηφαίστειο στην ώρα του ή σαν εκστατική Μαινάδα στα φόρτε της. Για να βοηθήσει τους Μεξικανούς μετανάστες να περάσουν κρυφά τα σύνορα, για να κυνηγήσει σαν λύκος τους εχθρούς αυτού του περάσματος, αυτούς που απαγορεύουν τις εκτρώσεις (κι αλήθεια, η ίδια γιατί δεν κάνει έκτρωση;), όσους εκμεταλλεύονται τον κοσμάκη – ή, κυρίως, για να ικανοποιήσει τη σεξουαλική της πυρκαγιά η οποία κορυφώνεται κάθε που σκάνε γύρω της βόμβες; Η βία τροφοδοτεί τον ερωτισμό κι ο ερωτισμός τη βία, είναι πασιφανές. Σέρνοντας από τη μύτη, έναν αποπροσανατολισμένο”Γκέτο” Πατ Καλχούν, γνωστό ως Μπομπ, ο οποίος γνωρίζει πώς να προσφέρει παταγώδες θέαμα, και που εκτός του ότι μοιάζει με μηχανικό παιχνιδάκι της ερωτικής γοητείας της είναι και εξπέρ στο να κουβαλάει αυτοσχέδιές του βόμβες και να τις βάζει να σκάνε… Σκάει η βόμβα; ξυπνάς κι εσύ απ’ τον λήθαργό σου, ως άνθρωπος, αυτό είναι το μανιφέστο ενός μπομπάκια. Πρωτεύοντα ρόλο επίσης παίζει και ένας βλαμμένος καραβανάς, ο οποίος είναι μεν σατανικό πρόσωπο, κυρίως όμως περισσότερο κουτοπόνηρος και «σαδομαζό» απ’ όσο δείχνει στην πραγματικότητα (σημειώνουμε: η ταινία είναι και ένας αμείλικτος σαρκασμός για τον αμερικάνικο στρατιωτικό ναρκισισμό). Και ενώ η Περφίντια είναι εντελώς ξεσαλωμένη, ο Μπομπ κατά βάθος δείχνει πολύ πιο συγκρατημένος και συνετός. Όμως, «η ιστορία του παρελθόντος συνήθως εκρήγνυται στο σήμερα», μας λέει ο Νόρμαν Μέιλερ στις «Στρατιές της νύχτας» κι έτσι τα δεινά του παρόντος εκμεταλλεύονται όχι μόνο το παρόν, αφού αφανίζουν και το παρελθόν, ενώ υπόσχονται να καταστρέψουν και μεγάλες περιοχές του μέλλοντος. Η ιστορία της ταινίας του Άντερσον δεν αναφέρεται μόνο σε ιστορικά γεγονότα του παρελθόντος, εκείνα των κατορθωμάτων της Περφίντια και του Μπομπ, αλλά στο σήμερα και κυρίως στο αύριο του «τέκνου» τους, της νεαρής Σαρλίν/Γουίλα, η οποία μοιάζει να έχει τα μυαλά της στη θέση τους, πολύ περισσότερο απ’ όσο η μάνα της και ο αμφισβητούμενος πατέρας της, αν και το αίμα της βράζει επικίνδυνα παρομοίως. Κι αυτό το μέλλον μάλλον δεν διαγράφεται ευοίωνο, τουναντίον περικλείεται ασφυκτικά μέσα σε ένα θλιβερό τρίγωνο: σεξ που έχει σχέση με τον εξαναγκασμό και τον ωφελιμισμό (ατομικό κυρίως), τεχνολογία που έχει σχέση με τον υποβιβασμό της νοημοσύνης του ανθρώπου, και κέντρα νεοφασιστικών παραλλαγών που έχουν στόχο να αφανίσουν ολοσχερώς, και τη νοημοσύνη και την ελευθερία του ατόμου και το φυσικό σεξ και την αγάπη και την εξυπνάδα και την επιβίωση νορμάλ ανθρώπων, προάγοντας συγχρόνως την αναπαραγωγή ανθρωπόμορφων ρομπότ με ΑΙ εγκέφαλο. Ποιος μας λέει, ότι ένας τάχα μου πλανητάρχης, βρίζοντας γουρούνα μια δημοσιογράφο που δεν τον κολακεύει με τις ερωτήσεις της, εκ παραλλήλου δεν φτιάχνεται σεξουαλικά με τον τρόπο που μόνο αυτός γνωρίζει, ή ένας έτερος γνωστός πολιτικός δεν γλείφει την τσατσάρα του για να σιάξει τη φράντζα του προτού συναντήσει τους ανωτέρους του, επειδή τσατσάρα και φράντζα είναι τα κατεξοχήν ερωτικά του βοηθήματα; Ο ερωτισμός είναι συνώνυμο του «ακάθαρτου», το λέει κι ο Άγιος Αυγουστίνος. Και μιας και το πρόσωπο του στρατιωτικού διοικητή Στίβεν Τζ. Λόκτζο, περισσότερο φέρνει σε ανθρωποειδές κατασκεύασμα με λειρί πετεινού στο κεφάλι παρά σε κανονικό άνθρωπο, τα πράγματα γίνονται όχι απλώς σκούρα αλλά σκέτο κατράμι. Τι πλάσμα, αλίμονο, είναι αυτή η δύστυχη Σαρλίν που έχει βγει από τέτοια διασταύρωση; Τι σόι εκφυλισμένων γονιδίων αποτέλεσμα είναι το καημένο το κορίτσι, που δεν φταίει σε τίποτα απολύτως; Η θυγατέρα μιας έστω αχρηστευμένης τώρα επαναστάτριας, που το περίστροφο και το καλάσνικοφ ήταν γι’ αυτήν συνώνυμα του πέους, κι ενός Yankee καραβανά που είναι πολύ δύσκολο να αποφασίσει κανείς για το από τι υλικό αποτελείται ο εγκέφαλός του. Άρα, αναγκαίο κακό με καλές τελικά παραφυάδες είναι ο βραδύνους, επιλήσμων, πρεζάκιας αλλά αγαθός κατά βάθος Μπομπ, ο οποίος είδε το φως το αληθινό όταν πήρε στην αγκαλιά του το μωρό και αναφώνησε ως εκ θαύματος «τώρα είμαι πατέρας, θα αφοσιωθώ στην οικογένειά μου, τέρμα τα νταηλίκια!» Η μεταστροφή εδώ δικαιολογείται ως κάτι απολύτως φυσικό. Πατέρας δεν είναι αυτός που τεκνοποιεί αλλά αυτός που θα γίνει πατέρας, με «π» κεφαλαίο, εφαρμόζοντας ανάμεσα σε ατμούς ναρκωτικών ουσιών τους περισσότερους από τους κανόνες που ένας αληθινός πατέρας οφείλει να επιβάλει στη δεκαεξάχρονη μοναχοκόρη του – αποδεσμευμένος συγχρόνως από καθήκοντα που προκαλούν κόπωση κι αφήνουν γεύση στάχτης και πίσσας στο στόμα. Ο Μπομπ/Γκέτο μοιάζει να αγαπά τη Σαρλίν/Γουίλα, συνεχίζοντας να είναι «καψούρης» με τη μάνα της, αλλά και επειδή το κορίτσι το αξίζει (επιπλέον εκπαιδεύεται και στο καράτε, άρα ξέρει να αμύνεται και ξέρει να παλεύει μόνη της αγκαλιά με το κακό) και ο ίδιος θα γυρίσει τον κόσμο ανάποδα, αφού βεβαίως μπερδέψει πρώτα, μεταξύ τους, τις ορθές και τις λάθος συντεταγμένες που θα τον οδηγήσουν στο να τη βρει, να τη σώσει και να τη σφίξει αβλαβή στην αγκαλιά του – τόσο επειδή ο οργανισμός του έχει βαρεθεί τη βία και την επανάσταση αλλά και επειδή η Σαρλίν είναι φτυστή η μάνα της (όμορφη, πεισματάρα, ενεργητική, και επιπλέον περίεργη γύρω από το τι καπνό φουμάρει ο κόσμος που την περιβάλλει, όπως και τι μέρος του λόγου ήταν αυτή που τη γέννησε, μια αυθεντική επαναστάτρια ή μια κοινή ρουφιάνα;) Κυρίως όμως, ο Μπομπ νοιάζεται για το κορίτσι επειδή το έχει μεγαλώσει, και το να μεγαλώνεις ένα παιδί αποτελεί από μόνο του ένα ασφαλές καταφύγιο για κάθε κατατρεγμένο που επιθυμεί να ριζώσει κάπου, μαζί με το βλαστάρι του, έστω κι αν το βλαστάρι αυτό είναι αποτέλεσμα μπολιάσματος. Το ζήτημα είναι πώς αυτό το συμπαθές όσο και κωμικό δίδυμο θα γλιτώσει απ’ το χάος, ένα χάος πιθανώς παρόμοιο με το χάος που άφησαν πίσω τους δύο ανδρείκελα της σύγχρονης αμερικανικής «μη κανονικότητας» – κι αν σκεφτούμε φυσικά ότι το μη χείρον δεν είναι πάντα το βέλτιστον. Ερχόμαστε και στο δακρύβρεχτο γράμμα προς το σπλάχνο της, τελικό τεκμήριο εξαπάτησης για άφεση αμαρτιών, που έχει αφήσει σαν παρακαταθήκη η Περφίντια για τη Σαρλίν, και το οποίο ο Μπομπ φυλάει ως κόρη οφθαλμού μες στη γενικευμένη αδεξιότητά του να ξεχωρίζει, ες αεί, τις σωστές από τις λάθος συντεταγμένες. Μια αδεξιότητα που τον βολεύει, και να μη θυμάται το ορθό σύνθημα (σουσάμι άνοιξε!) αλλά και να ξεχνά τα δύσκολα της ζωής, προτιμώντας τα κλισέ των γονεϊκών συμβουλών: «πρόσεχε στο δρόμο!»
Και το κρίσιμο τελικό ερώτημα: γιατί αυτή η ταινία, πέραν της εντυπωσιακής κατασκευαστικής της τελειότητας (στιγμές στιγμές θυμίζει κέντημα, με κλωστές φτιαγμένες από μνήμες του σινεμά των «ειδών»), μπορεί να είναι η καλύτερη ταινία της χρονιάς, τουλάχιστον για πολλά, αξιόπιστα κινηματογραφικά περιοδικά και sites. Το «καλύτερη ταινία της χρονιάς», συνήθως δεν σημαίνει τίποτα, τις περισσότερες φορές είναι ζήτημα ψηφοφορίας μεταξύ μελών κάποιας επιτροπής. Θα έλεγα, από μεριάς μου, επειδή όχι μόνο ψιλοκοσκινίζει επικριτικά και σαρκάζοντας τη σύγχρονη αμερικανική (και παγκόσμια) πραγματικότητα, αλλά και επειδή αυτοσαρκάζεται με μοναδική αφοπλιστική ειλικρίνεια, αποστομωτικό αυθορμητισμό, κοφτερή εξυπνάδα, θέτοντας ακόμη και το ζήτημα του κατά πόσο όσα λέει, μπορούν να έχουν την οποιαδήποτε αποτελεσματικότητα και αποδοχή. Εκφράζεται ωστόσο με νεανική τόλμη, άλλοτε υψηλότονα- άλλοτε χαμηλότονα, διόλου με αυταρχισμό ειδήμονα, και για να διαμαρτυρηθεί, αλλά και για να μην πάθει ασφυξία ως εύθραυστο και όχι σκληροτράχηλο έργο καλλιτεχνικής δημιουργίας που είναι, μέσα στον ζόφο της υποκρισίας των μη δημιουργικών ημερών μας… Αλλά και για να υπερασπιστεί το εξής απλό ή ταυτοχρόνως περίπλοκο: κάνε δικό σου κάτι που δεν βγήκε από μέσα σου, προστάτεψέ το και δήλωσε πατέρας του, έστω πέφτοντας στην παγίδα των κλισέ της «πατρικότητας», απλώς και μόνο για να μην το αφήσεις να καταποντιστεί ενώ δεν το αξίζει, διότι το δόγμα ο σώζων εαυτόν σωθήτω, στις μέρες που ζούμε, όχι μόνο δεν σημαίνει τίποτα αλλά, επιπλέον, είναι κάτι το επιβλαβές και άκρως αποβλακωτικό, και μεταδόσιμο ως ανίατο νόσημα. Ο Μπομπ, στη μισή ταινία, έχει μπει στην καταιγιστική δράση φορώντας τη ρόμπ ντε σάμπρ του, ενδεικτικό τόσο της αδεξιότητας και του γενικότερου αποπροσανατολισμού του, αλλά και ως μια επίτηδες κατά λάθος πράξη (acte manqué -Fehlleistung), λες κι επίτηδες έχει ξεχάσει να τη βγάλει μες στη βιασύνη του να σώσει το Παιδί του – αλλά και μέσα στον βαθύτερο πόθο του: η γελοία ρόμπα του να μείνει για πάντα το έμβλημα της νέας ζωής που επέλεξε ως πατέρας της Σαρλίν/Γουίλα. Ψύλλοι στ’ άχυρα, θα πει κάποιος πολύ σχολαστικός, τι μας λέτε τώρα; Αφού ο Μπομπ ξαναγύρισε στα αιθέρια αποβλακωτικά του, στους μπάφους του, και η Σαρλίν βάζει το παλτό της για να πάει σε πολιτική διαδήλωση, αν και εμφανώς διαφορετικά απ’ ότι η μάνα της, ως προς την αμφίεση τουλάχιστον, και χωρίς να οπλοφορεί. Ο Άντερσον γνωρίζει πολύ καλά, ότι μια ταινία ή μια επιδερμικά διαφοροποιημένη συμπεριφορά των ανθρώπων προς το «ανθρωπινότερο» δεν σημαίνει και πως του λοιπού όλα θα γίνουν μέλι γάλα. Ο ίδιος, με το εξαιρετικά σκληρό και συνάμα απολαυστικότατο αφήγημά του, κατάφερε να μιλήσει για ένα διαφορετικό σύστημα ταυτοποίησης πατρότητας, κι αυτό ακριβώς δεν είναι απλώς μια σταγόνα στον ωκεανό, αλλά ένα φωτεινό σημάδι Νοήμονος Χαραυγής (δες την ελληνική μυθολογία και τον Όμηρο).

Η κλεψιά ως καλλιτεχνική πράξη ή Όταν ηχούν τα όπλα, η τέχνη πεθαίνει – για την ταινία “The Mastermind”

Η κλεψιά ως καλλιτεχνική πράξη ή Όταν ηχούν τα όπλα, η τέχνη πεθαίνει – για την ταινία “The Mastermind”

Από τα ακροδάχτυλα του Θεού στο στόμα του λύκου – για την ταινία “Harvest”

Από τα ακροδάχτυλα του Θεού στο στόμα του λύκου – για την ταινία “Harvest”

Συναισθηματική απαξίωση. Για την ταινία «Συναισθηματική αξία».

Συναισθηματική απαξίωση. Για την ταινία «Συναισθηματική αξία».

Το Φάντασμα της Ελευθερίας – σχόλιο για την ταινία «San Michele aveva un gallo»

Το Φάντασμα της Ελευθερίας – σχόλιο για την ταινία «San Michele aveva un gallo»

«Η ταξιδιώτισσα» (A traveler’s needs), 2024, του Χονγκ Σανγκ-σου

«Η ταξιδιώτισσα» (A traveler’s needs), 2024, του Χονγκ Σανγκ-σου

Για την ταινία «La Bête» («Το Θηρίο»)

Για την ταινία «La Bête» («Το Θηρίο»)

Σχόλιο για την ταινία «Unrueh» («Ωρολογιακός μηχανισμός»)

Σχόλιο για την ταινία «Unrueh» («Ωρολογιακός μηχανισμός»)

A still from the film "Dahomey" (2024) by Mati Diop
Για την ταινία «Dahomey»

Για την ταινία «Dahomey»

Όλα τα κείμενα για τον κινηματογράφο