Το Φάντασμα της Ελευθερίας – σχόλιο για την ταινία «San Michele aveva un gallo» των Πάολο & Βιτόριο Ταβιάνι (1972)
Ξαναβλέποντας μια ταινία της δεκαετίας του 70, υποτιμημένη αν διαβάσει κανείς διάφορες κριτικές και σχόλια της εποχής, ωστόσο δικαιωμένη, διεθνώς, από την σοβαρή κριτική και τους πιστούς κινηματογραφόφιλους, έχεις την πρώτη ξεκάθαρη εντύπωση ότι η ταινία, καταρχάς ως προς την πολιτική λογική της και τις παράπλευρες σημασίες, έρχεται γάντι με τα δεδομένα της δικής μας εποχής. Το σωστότερο θα ‘ταν το «ταιριάζει» με τις περισσότερες εποχές, αν το καλοσκεφτείς, κάτι που διατρανώνει την πολιτική και καλλιτεχνική αξία της. Σήμερα μπορεί να μη μας απασχολούν, και τόσο πολύ, οι εξεγερμένοι ιταλοί διεθνιστές, ή να μας φαίνονται μακρινές οι παντελώς αδέξιες επαναστατικές κινήσεις μιας μικρής ομάδας αναρχικών της επαρχίας της Ούμπρια, στο τέλος του 19ου αιώνα, όμως μας καίνε πάντα ανάλογα ζητήματα, όπως εκείνα της πολιτικής εξέγερσης, της αναρχίας, των επαναστατικών ουτοπιών, της αποτυχίας του επαναστατικού ονείρου, της προσγείωσης στην εκ διαμέτρου αντίθετη πραγματικότητα. Μπορεί να είμαστε αντι-επαναστάτες στην καθημερινότητά μας, στα προσωπικά όνειρά μας όμως; Οι άνθρωποι, κάποιες στιγμές, μένουν μόνοι τους, είτε κοιμισμένοι είτε ξάγρυπνοι, και τότε είναι απολύτως φυσιολογικό να επιθυμούν να σηκώσουν το όπλο, να σημαδέψουν και να χτυπήσουν τον στόχο τους: το κακό, την αδικία, την αλαζονεία, τη μισαλλοδοξία, τον αυταρχισμό, τον σκοταδισμό, και κ.ο.κ. Πέρα από την ιστορική πραγματικότητα των συγκεκριμένων γεγονότων και τη φιλμική αναπαράστασή τους, σε μια πολιτική στιγμή μάλιστα που στην Ιταλία έλυναν κι έδεναν οι Ερυθρές Ταξιαρχίες, οι αδελφοί Ταβιάνι κινηματογραφούν το όνειρο ενός φυσιολογικού ανθρώπου για δίκαιη εξέγερση. Κάθε παρόμοια όμως εξέγερση έχει και τα στραβά της. Τους σκοτωμούς, κατά λάθος ή από…
Κι αυτό ακριβώς το όνειρο της ελευθερίας, πάνω απ’ όλα, μέσα από την ματαιωμένη πραγμάτωσή του, μοιραία οδηγεί ακριβώς στο αντίθετο αποτέλεσμα: στον εγκλεισμό του επαναστατημένου στα μπουντρούμια του κράτους. Δέκα χρόνια απομόνωσης σε ένα πνιγηρό κελλί για τον (περισσότερο ονειροπόλο και λιγότερο επιτήδειο ιθύνοντα νου της αναρχικής ομάδας) Giulio Manieri/ Τζούλιο Μπρότζι. Στην περίπτωσή του, το Κράτος θα πάρει το σχήμα των μουχλιασμένων τοίχων ενός κελλιού απομόνωσης (εδώ θυμόμαστε το απομονωτήριο της Ζαν ντ’ Αρκ, ειδκά στην ταινία του Μπρεσόν «Η δίκη της Ζαν ντ’ Αρκ») και τη μορφή ενός δεσμοφύλακα που ανοίγει το πορτάκι, είτε για να κατασκοπεύσει τον φυλακισμένο, είτε για να του πασάρει μια κρύα σούπα. Επειδή, η ανθρώπινη επαφή γίνεται απολύτως ματαιωμένο αγαθό, η μόνη οδός που μένει είναι η επιστροφή στη μη πραγματικότητα: ο Manieri δεν έχει άλλη διέξοδο από το να σκηνοθετήσει το όνειρό του, να το πιάσει δηλαδή εκεί απ’ όπου το άφησε με τη σύλληψη και την καταδίκη του. Κι επειδή, οι αδελφοί Ταβιάνι ξέρουν να σκηνοθετούν όσο λίγοι φιλμουργοί στο κινηματογραφικό στερέωμα, η σκηνοθεσία του Manieri είναι μια αριστοτεχνική χορογραφία εγκλωβισμένων κινήσεων, κάτι ανάμεσα σε αναπόληση/μίμηση παλιών κινήσεων πολιτικής δράσης, και σε ιλιγγιώδη απόδραση στην ψευδαίσθηση μέσω της παραφροσύνης. Όπως η μπρεσονική, πιστή στον Θεό της, Ζαν ντ’ Αρκ δεν κατάφερε ποτέ να συνεννοηθεί με τους κατήγορούς της, επειδή ομιλούσε διαφορετική «γλώσσα» από εκείνους, έτσι και ο εντελώς άθεος Manieri θα ομιλήσει διαφορετική γλώσσα από τη γλώσσα της πραγματικότητας των άλλων, τη γλώσσα της δικής του πραγματικότητας. Για τον ίδιο και για μας, που είμαστε με το μέρος του, το θεατρικό του παιχνίδι είναι απολύτως φυσιολογικό. Για τους δεσμώτες του, και πιθανότατα για την επιστήμη, η διάγνωση είναι σχιζοφρένεια. Αλλά μήπως και όλη η περιρρέουσα ατμόσφαιρα της φυλακής ή καθετί που κυκλώνει την απομόνωσή του εκτός φυλακής, δεν έχει σχέση με την παράνοια;
Κι εδώ ακριβώς, οι Ταβιάνι, κατά την άποψή μου, μεγαλουργούν. Ο Manieri, μετά από δέκα χρόνια απομόνωσης σε κελλί, βγαίνει από το μπουντρούμι του και οδηγείται με πλοιάριο σε άλλη φυλακή, σε κάποιο νησί της βενετικής λιμνοθάλασσας. Από τη μια στιγμή στην άλλη, συντελείται μια φασματική απόδραση, από το ζοφερό εντός σε μια ακτινοβόλο «κρυπτογραφία» της άπλετης ανοιχτοσύνης στη φύση. Τι κρύβει μέσα του αυτό το απόκοσμο υδάτινο, λαβυρινθώδες, τοπίο; Στο εντελώς φασματικό σκηνικό των αινιγματικών διόδων της λιμνοθάλασσας, που θυμίζουν πρόπυλον της Αχερουσίας, ο Manieri θα συναντήσει μια άλλη βάρκα, με νεότερούς του εγκάθειρκτους νεαρούς αναρχικούς, αλλά συνομιλώντας μαζί τους θα κατανοήσει πως πράγματι, οι «διάδοχοι ομοϊδεάτες» του ομιλούν εντελώς άλλη πολιτική και επαναστατική γλώσσα από τη δική του. Πώς θα συνεννοηθούν μεταξύ τους; Πού πήγε το δικό του Ιερό Γκράαλ, το ιδεώδες του δικού του διεθνισμού; Όπως η Ζαν ντ’ Αρκ δεν μπόρεσε να συνεννοηθεί με τους δικαστές της – κάτι που την οδηγεί κατευθείαν στην πυρά – έτσι και ο Manieri, λόγω πλήρους ασυνεννοησίας με την ομάδα των νεότερών του επαναστατών, θα προτιμήσει να τσουλήσει στο νερό και, σιδηροδέσμιος καθώς είναι, να οδηγηθεί στο τέλος της πολυτάραχης και πολύπαθης ζωής του. Ελευθερία, αποδέσμευση, από τη φυλακή ίσον θάνατος. Κάποιοι χαρακτήρισαν τους Ταβιάνι υπερβολικά απαισιόδοξους, μάλλον όμως άλλο τους ταιριάζει, επειδή ακριβώς πάντα μυρίζονταν τις αλλαγές του καιρού, και κυρίως το από πού πνέει κάθε στιγμή ο άνεμος. Είναι και ζήτημα γνώσης της Ιστορίας, αυτογνωσίας ή απλώς κοινής λογικής πιθανότατα.

Η κλεψιά ως καλλιτεχνική πράξη ή Όταν ηχούν τα όπλα, η τέχνη πεθαίνει – για την ταινία “The Mastermind”

Η μοναχοκόρη ή οι σωστές συντεταγμένες – για το “One battle after another”

Από τα ακροδάχτυλα του Θεού στο στόμα του λύκου – για την ταινία “Harvest”

Συναισθηματική απαξίωση. Για την ταινία «Συναισθηματική αξία».

«Η ταξιδιώτισσα» (A traveler’s needs), 2024, του Χονγκ Σανγκ-σου

Για την ταινία «La Bête» («Το Θηρίο»)

Σχόλιο για την ταινία «Unrueh» («Ωρολογιακός μηχανισμός»)
