Μαρία Γαβαλά

Συναισθηματική απαξίωση. Για την ταινία «Συναισθηματική αξία» του Γιοακίμ Τρίερ (2025).

Στην ταινία «Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη», 1961, του Μπέργκμαν, ο συγγραφέας Ντάβιντ, ο πατέρας, (Γκούναρ Μπιόρνστραντ) λέει στην αρχή της αφήγησης: «…έτσι δεν χάνουμε την αξιοπρέπειά μας. Και αυτό είναι το σπουδαιότερο». Και λίγο πιο κάτω, πιθανώς χαριτολογώντας: «Ο ανδρισμός είναι πολύ πιο σημαντικός από την υγεία», αναφερόμενος στο έλκος στομάχου του, κάτι από το οποίο πιθανώς πάσχει κι ο πρωταγωνιστής της ταινίας του Τρίερ , (Γκούσταφ Μποργκ/ Στέλαν Σκάρσγκορντ). Χωρίς να υπαινισσόμεθα ότι ο Τρίερ είχε ως μπούσουλα την συγκεκριμένη ταινία του Μπέργκμαν, προσωπικά πιστεύω ότι οι δύο αυτές φράσεις, βγαλμένες από τα πατρικά χείλη ενός πνευματικού δημιουργού/συγγραφέα, επιπλέον πατέρα δύο παιδιών, με βοηθούν αρκετά ώστε να πάω παρακάτω και να διαβάσω την ταινία του Τρίερ χωρίς να παρερμηνεύσω τις προθέσεις της. Και για να τελειώσω με τις συσχετίσεις, θα αναφέρω κάτι ακόμα, αυτή τη φορά για τα δύο πρωταγωνιστικά γυναικεία πρόσωπα: η Κάριν (Χάριετ Άντερσον), στην πρώτη ταινία, έχει υποστεί ηλεκτροσόκ επειδή πάσχει από σχιζοφρένεια, ενώ η ίδια υποθέτει ότι αυτή είναι η αιτία που οι διαπεραστικοί ήχοι την κάνουν να τρελαίνεται. Επίσης, η ηθοποιός Νόρα, στην ταινία του Τρίερ έχει πλούσιο νευρωσικό παρελθόν, με έντονες κρίσεις άγχους, σοβαρή κατάθλιψη και μια απόπειρα αυτοκτονίας (μάλλον ή πιθανώς αφού αυτό δεν διευκρινίζεται πλήρως, σεναριακά τουλάχιστον) στο παθητικό της. Εκείνην, αυτό που την κάνει να «τρελαίνεται» είναι οι φορτισμένες (σαν διαπεραστικοί ήχοι) συναισθηματικές καταστάσεις, ιδιατέρως τη στιγμή ακριβώς που το «εγώ» οφείλει να δαμάσει το άγχος του και να υποδυθεί κάποιο άλλο πρόσωπο, εξίσου φορτισμένο συναισθηματικά, οξύτατα μάλιστα, λόγω παρόμοιας ψυχικής τρικυμίας με εκείνην που του έχει προκαλέσει το οικογενειακό του περιβάλλον, λόγω ασυνεννοησίας των γονέων και αποχώρησης του πατέρα από τα θεμελιώδη πατρικά του «καθήκοντα». Εδώ να προσθέσουμε και τους λόγους, τους σχετικούς με τις καταδιώξεις της οικογένειας από του Ναζί. Η ηθοποιός Νόρα καλείται να συνοψίσει ερνηνευτικά, πάνω στη θεατρική σκηνή, μια συναισθηματική καταιγίδα – κάτι που της είναι πολύ γνώριμο από τα παιδικά της χρόνια. Δηλαδή, και σύμφωνα με τον Αριστοτέλη: «Έστιν οὖν Τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας…» ή «…οὐ δι’ ἀπαγγελίας, δι’ ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν». Έχει ή δεν έχει λοιπόν δίκιο η Νόρα να παθαίνει κρίσεις άγχους και πανικού, προτού βγει στη σκηνή; Είναι ή δεν είναι ψυχολογικά ασταθής καθώς φέρεται σαν ξεχαρβαλωμένο μηχανικό παιχνίδι και όχι σαν έμπειρη θεατρική ερμηνεύτρια η οποία γνωρίζει πώς να τιθασσεύσει το ντελίριό της – άντε βοηθούντος και λίγου ζάναξ; Και αφού τονίσουμε ξανά ότι και στις δύο ταινίες, τα νήματα των κινήσεων του συναισθηματικού κόσμου των τέκνων κινεί, κατεξοχήν, έστω και μες στην απουσία ή την έκλειψή του, το πρόσωπο του Πατέρα, θα ασχοληθούμε περισσότερο ενδελεχώς με τον πατέρα (Γκούσταφ Μποργκ) στην ταινία του Τρίερ.
Ο απόλυτα καταξιωμένος κινηματογραφιστής Μποργκ, σύμφωνα με το σενάριο της ταινίας, φρονεί ότι η Καλλιτεχνική Αξιοπρέπεια είναι η κορωνίδα οποιασδήποτε άλλης αξίας, τόσο συγκεκριμένης όσο και αφηρημένης, τόσο εγκόσμιας όσο και ιδεατής, και αυτήν ακριβώς υπερασπίζεται, θυσιάζοντας κατ’ εξακολούθησιν πολλά από τα αγαθά της ζωής του, τα οποία θα τον έκαναν πολύ περισσότερο ευτυχισμένο απ’ όσο είναι στην πραγματικότητα. Γερνώντας, βυθισμένος στη μοναχικότητα της συναισθηματικής απομόνωσής του, και με τα στομαχικά του προβλήματα να τον στέλνουν στο νοσοκομείο, αντιλαμβάνεται και στη συνέχεια είναι απόλυτα σίγουρος, ότι αυτό θα αλλάξει προς το καλύτερο, όταν ξεριζώσει το δηλητηριώδες βότανο για να βρει αποκάτω τον υγιή βολβό που θα αναστηθεί λες και τον πρόσταξε ο ίδιος ο Χριστός, δίνοντας στη συνέχεια ωφέλιμους και γλυκείς καρπούς. Και εδώ, σε αυτό ακριβώς το σημείο, βρίσκω ένα γερό στραβοπάτημα εκ μέρους του Τρίερ. Νομίζω ότι επιχειρεί να λύσει τον γρίφο του δύσκολου εγχειρήματός του ή να βγάλει τους ήρωές του από τον λαβύρινθο της οικογενειακής τους αναμπουμπούλας, με πολύ απλό κινηματογραφικά, χολιγουντιανά θα έλεγα, συναισθηματικό και επιτελικό τρόπο. Ο Τρίερ, αν το κατάλαβα σωστά, επιχειρεί να φτιάξει μια ταινία συμφιλίωσης και αγάπης. Και ναι μεν η αγάπη υπάρχει, και πέραν της Βίβλου, διότι το αίμα νερό δεν γίνεται. Όταν σου κρούσουν την πόρτα τα γηρατειά και η κάμψη της αντοχής σου, ψυχικής και σωματικής, τα παιδιά σου θα θυμηθείς και όχι τον γείτονα. Και δεν θα τα θυμηθείς μόνο για λόγους προσωπικού συμφέροντος αλλά, κυρίως, επειδή μέσα σου θα σου στείλουν σήμα κινδύνου και οδηγίες για διάσωση του ναυαγίου, τα ίδια τα θαυματουργά σου γονίδια. Τη Νόρα θα επιθυμήσει ο Γκούσταβ, αυτό το ιερό κομμάτι, κομμένο από το κορμί της άλλοτε ποθητής γι’ αυτόν γυναίκας του, με πόθο ερωτικό και ανεκδήλωτο, και όχι μια κάποια Ρέιτσελ Κεμπ, που όσο γοητευτικό, καλό και ευγενικό και συμπονετικό κορίτσι κι αν είναι, όσο υποκριτικό ταλέντο και να διαθέτει, την δική του οιδιπόδεια (περιλαμβανομένου και του καλλιτεχνικού οράματος) προσδοκία δεν μπορεί να την φέρει αισίως σε πέρας – και ευτυχώς που το ξένο κορίτσι κωλώνει και κάνει πίσω, πρώτη και καλύτερη, ακυρώνοντας τη συνεργασία, διότι ο μέγας σκηνοθέτης είναι τόσο ηλίθιος (είναι;) που δεν τολμά από μόνος του να ικετεύσει, γονατιστός, την αληθινή, τη μοναδική γυναίκα στον κόσμο, αυτήν για την οποία έχει γράψει την ιστορία τους, μια ιστορία φυσικού πατέρα και της φυσικής θυγατέρας του, όπως και της παθιασμένης (κι ας φαίνεται ψόφια) σχέσης τους. Χρειάζεται να μεσολαβήσει η συνετή και νηφάλια έτερη θυγατέρα, η Άγκνες, παίζοντας τον καταλυτικό παράγοντα, τον διαμεσολαβητή, προκειμένου να «ξεμουλαρώσει» η αδελφή της και επιτέλους να καταλάβει ότι το όλο κινηματογραφικό εγχείρημα είναι στηριγμένο πάνω της.
Συμπερασματικά: τι ακριβώς υποστηρίζω λοιπόν; τι ήταν αυτό που με έκανε να απογοητευτώ λιγάκι παρακολουθώντας, πολύ προσεκτικά, μια ταινία που σίγουρα αξίζει επαίνων και βραβείων – για διάφορους κατασκευαστικούς τομείς της τελικής δομής της. Το ότι λόγια από μια ταινία του Μπέργκμαν, τον οποίο ο Τρίερ φαίνεται να τον έχει σε μεγάλη υπόληψη, τα ακόλουθα «…έτσι δεν χάνουμε την αξιοπρέπειά μας. Και αυτό είναι το σπουδαιότερο», και λίγο πιο κάτω, πιθανώς χαριτολογώντας ή σοβαρολογώντας απόλυτα: «ο ανδρισμός είναι πολύ πιο σημαντικός από την υγεία», τίθενται ως κομβικά σημεία και στη μεταγενέστερη ταινία αλλά με μία διάθεση μαγικής ευκολίας, που προσωπικά την ερμηνεύω ως εξής: ο Τρίερ θέτει δύσκολα, πολύ δύσκολα ζητήματα, σαν να είναι μαθηματικά προβλήματα που μπορούν να επιλυθούν με μαεστρική μαθηματική ευχέρεια. Ο χειρισμός των μαθηματικών είναι υπόθεση ταλέντου, ευφυΐας, μεθόδου. Η ψυχή του ανθρώπου και όσα κρύβονται μέσα της είναι πολύ πιο βασανιστικά, οδυνηρά, δαπανηρά, αινιγματικά, λαβυρινθώδη κεφάλαια στη ζωή του ανθρώπου, και δεν λύνονται εύκολα ή και δεν λύνονται ποτέ, μέσα από την εξ αίματος αγάπη και την εναγώνια ανάγκη για επανασύνδεση (άλλωστε αυτή η αδυνατότητα ακριβώς δεν κατέτρωγε κινηματογραφικά τον Μπέργκμαν μέχρι την τελευταία του πνοή;)
Τις περισσότερες φορές οι έξοδοι κινδύνου παραμένουν, μέχρι τελικής πτώσεως των κυνηγημένων, ερμητικά κλειστές. Έχω την εντύπωση ότι ο Τρίερ το γνωρίζει πολύ καλά αυτό, αποδεικνύοντας συνεχώς ότι είναι κινηματογραφιστής που ξέρει πολύ καλά τι του γίνεται. Ίσως εδώ, υπέκυψε σε υπαρκτές ανάγκες, αναγκάστηκε να καταφύγει σε εύκολες λύσεις για αμεσότερη επικοινωνία με το ευρύτερο κοινό, επιλέγοντας ένα τέλος/χάπυ που στην αρχή της καριέρας του δεν θα το χρύσωνε τόσο πολύ. Το καρεκλάκι της ιστορίας, αγορασμένο από το ΙΚΕΑ, και τα λόγια της δεύτερης κόρης του Γκούσταφ, της Άγκνες, «μα εκεί θα την βάλεις να πατήσει προκειμένου να κρεμαστεί;» ηχούν περιπαικτικά, με ένα ισχυρό υπονοούμενο εκ μέρους του σκηνοθέτη Τρίερ. Η εποχή μας έχει ανάγκη το γρήγορο, το εύκολο, το άμεσα εξυπηρετικό. Κάτι που με λίγη καλή θέληση, δεν πληγώνει θανάσιμα, ούτε απειλεί, τόσο την εύθραυστη αξιοπρέπεια ούτε και τον ευάλωτο ανδρισμό.

Η κλεψιά ως καλλιτεχνική πράξη ή Όταν ηχούν τα όπλα, η τέχνη πεθαίνει – για την ταινία “The Mastermind”

Η κλεψιά ως καλλιτεχνική πράξη ή Όταν ηχούν τα όπλα, η τέχνη πεθαίνει – για την ταινία “The Mastermind”

Η μοναχοκόρη ή οι σωστές συντεταγμένες – για το “One battle after another”

Η μοναχοκόρη ή οι σωστές συντεταγμένες – για το “One battle after another”

Από τα ακροδάχτυλα του Θεού στο στόμα του λύκου – για την ταινία “Harvest”

Από τα ακροδάχτυλα του Θεού στο στόμα του λύκου – για την ταινία “Harvest”

Το Φάντασμα της Ελευθερίας – σχόλιο για την ταινία «San Michele aveva un gallo»

Το Φάντασμα της Ελευθερίας – σχόλιο για την ταινία «San Michele aveva un gallo»

«Η ταξιδιώτισσα» (A traveler’s needs), 2024, του Χονγκ Σανγκ-σου

«Η ταξιδιώτισσα» (A traveler’s needs), 2024, του Χονγκ Σανγκ-σου

Για την ταινία «La Bête» («Το Θηρίο»)

Για την ταινία «La Bête» («Το Θηρίο»)

Σχόλιο για την ταινία «Unrueh» («Ωρολογιακός μηχανισμός»)

Σχόλιο για την ταινία «Unrueh» («Ωρολογιακός μηχανισμός»)

A still from the film "Dahomey" (2024) by Mati Diop
Για την ταινία «Dahomey»

Για την ταινία «Dahomey»

Όλα τα κείμενα για τον κινηματογράφο